Ο έρωτας έρχεται σαν να μιλάει το σώμα πριν προλάβει το μυαλό. Ξαφνικά όλα φωτίζονται: τα μηνύματα, οι ώρες, η μυρωδιά του, η ιδέα ότι επιτέλους κάποιος σε είδε. Και μέσα σε αυτή την ένταση είναι εύκολο να το πάρεις ως απόδειξη, να πεις «αν νιώθω τόσο πολύ, τότε αυτός είναι».

Δεν είναι πάντα έτσι. Ο έρωτας συχνά δεν κοιτάζει ποιος είναι ο άλλος· κοιτάζει τι σου έλειπε. Αν μεγάλωσες με απόσταση, θα ερωτευτείς την προσοχή. Αν σε παράτησαν, θα κολλήσεις σε όποιον μένει. Αν δεν σε άκουγαν, θα πάρεις για θαύμα όποιον κρέμεται από τα λόγια σου. Η αίσθηση «σε ξέρω από πάντα» μπορεί να είναι οικειότητα, αλλά μπορεί και να είναι η παλιά σου δίψα που βρήκε επιτέλους πρόσωπο.

Αυτό δεν κάνει τον έρωτα ψεύτικο. Τον κάνει ανθρώπινο, και γι’ αυτό εύθραυστο όταν τον χρησιμοποιείς ως πυξίδα χωρίς δεύτερη ματιά. Μπορείς να καίγεσαι για κάποιον και, την ίδια στιγμή, να μην είσαι ασφαλής μαζί του. Μπορείς να μη χορταίνεις να τον βλέπεις και, παρ’ όλα αυτά, να χάνεις τον εαυτό σου: φίλους, ύπνο, κρίση, όρια, μόνο και μόνο για να μη σπάσει η μαγεία.

Η ερώτηση που αξίζει δεν είναι «πόσο τον θέλω». Είναι «ποιος γίνομαι όταν είμαι μαζί του». Αν μικραίνεις, αν φοβάσαι να πεις όχι, αν μετράς την αξία σου από το πόσο γρήγορα απαντά, αυτό δεν είναι απόδειξη αγάπης· είναι απόδειξη ότι ο έρωτας άγγιξε ένα παλιό κενό.

Ο έρωτας μπορεί να γίνει αρχή μιας σχέσης, όχι ολόκληρη η σχέση. Χρειάζεται χώρος για δύο ανθρώπους, με τις διαφορές τους, τις μέρες που δεν λάμπουν, το όχι, την αλήθεια. Διαφορετικά δεν ερωτεύεσαι έναν άνθρωπο· ερωτεύεσαι την ανακούφιση ότι επιτέλους δεν είσαι μόνος.