Υπάρχει μια ησυχία που πραγματικά σε ξεκουράζει, και μια άλλη που απλώς μοιάζει με ξεκούραση, ενώ μέσα σου κάτι μένει ανοιχτό, σαν παράθυρο που δεν έκλεισε ποτέ καλά.
Η πρώτη έρχεται αφού έχεις πει αυτό που χρειαζόταν να ειπωθεί, αφού έχεις κλείσει μια κουβέντα καθαρά, αφού έχεις μείνει λίγο με τον εαυτό σου χωρίς να τρέξεις να γεμίσεις το κενό. Η δεύτερη είναι διαφορετική: δεν απαντάς στα μηνύματα «για να μην ανοίξει θέμα», δεν λες όχι αλλά απλώς χάνεσαι, και αντί να βάλεις ένα όριο αναβάλλεις την επαφή, ελπίζοντας ότι η ένταση θα σβήσει από μόνη της. Απ’ έξω φαίνεσαι ήρεμος, μέσα σου όμως κουβαλάς μια εκκρεμότητα που δεν λέει να κλείσει.
Η αποφυγή συχνά ντύνεται με ωραίες λέξεις: «χρειάζομαι χώρο», «θέλω χρόνο», «δεν έχω διάθεση τώρα». Κάποιες φορές αυτά είναι αλήθεια. Άλλες φορές είναι απλώς ο φόβος, που έχει βρει ένα πιο ευπρεπές περιτύλιγμα.
Πώς θα καταλάβεις τη διαφορά; Ρώτησε το σώμα σου μετά από αυτή την «ησυχία»: νιώθεις πιο ελαφρύς ή πιο μουδιασμένος, πιο καθαρός ή πιο ένοχος; Αν η ηρεμία σου προϋποθέτει να μην κοιτάξεις κάτι συγκεκριμένο, τότε μάλλον δεν είναι ακόμη ειρήνη.
Το όριο είναι παρουσία, ενώ η αποφυγή είναι απουσία που παριστάνει την προστασία. Δεν χρειάζεται να τα λύσεις όλα απόψε· χρειάζεται όμως να σταματήσεις να ονομάζεις σιωπή αυτό που, στην ουσία, είναι αναβολή του εαυτού σου.
